Δεκ
21
2010

Οι Χριστουγεννιάτικοι μουσαφίριδες του γέρο-Πέτρου

Οι Χριστουγεννιάτικοι μουσαφίριδες του γέρο-Πέτρου

Οι Χριστουγεννιάτικοι μουσαφίριδες του γέρο-Πέτρου

Ο γερο-Πέτρος στηρίχτηκε στον πάγκο του και σηκώθηκε με προσοχή απ’ την καρέκλα του. Τα πιασμένα πόδια του τον πονούσαν και το χέρι του έτρεμε. Είχε πέσει το σκοτάδι και ο γερο-παπουτσής αποφάσισε να σταματήσει τη δουλειά για σήμερα. Πήγε προς την πόρτα, την άνοιξε και βγήκε έξω για να κλείσει τα παντζούρια.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο. Ενθουσιασμένα παιδιά και βιαστικές μητέρες ψώνιζαν μανιωδώς δώρα για τις γιορτές. Τα φώτα των μαγαζιών έλουζαν το χιονισμένο πεζοδρόμιο και οι μυρωδιές των γλυκισμάτων και των φαγητών πλημμύριζαν τον αέρα.

Ο γερο-Πέτρος ανατρίχιασε, αν και δεν κρύωνε. Σκεφτόταν τους παλιούς καιρούς, όταν έρχονταν τα Χριστούγεννα, τότε που η αγαπημένη του γυναίκα ζούσε και τα παιδιά τους χόρευαν χαρούμενα στη ζεστή κουζίνα. Αναστέναξε και χάθηκε στις σκέψεις του. Τώρα ήταν ολομόναχος. Ο γερο-Πέτρος έκλεισε απότομα τα παντζούρια και ξαναμπήκε με βαριά βήματα στο σπίτι.

Αναψε ένα κερί και έβαλε στο πιάτο του σούπα από τη μεγάλη κατσαρόλα που βρισκόταν στη φωτιά. Μετά βολεύτηκε στη βαθιά του πολυθρόνα, κρατώντας τη Βίβλο στο χέρι. Με τα γυαλιά του στηριγμένα στην άκρη της μύτης του, διάβασε τη γνωστή Χρισοτυγεννιάτικη ιστορία: Πώς η Παρθένος Μαρία, εξαντλημένη απ΄το ταξίδι και ενώ κόντευε να γεννήσει το παιδί της, βρήκε καταφύγιο σ’ ένα στάβλο. Ο γερο-Πέτρος αναστέναξε ακόμα μια φορά. «Αν έρχονταν εδώ, θα μπορούσα να τους δώσω το κρεβάτι μου και το μεγάλο πάπλωμα για να ζεσταθούν.» Συνέχισε να διαβάζει. Όταν έφτασε στο σημείο της άφιξης των Τριών Μάγων, σήκωσε το κεφάλι του κατσουφιασμένος. «Άν είχαν έρθει στο σπίτι μου, δε θα είχα κανένα πολύτιμο δώρο για το Θείο Βρέφος» είπε λυπημένα. Άξαφνα όμως χαμογέλασε. «Αχ, μα έχω! Έχω ακριβώς το κατάλληλο δώρο!.»

Άφησε κάτω τη Βίβλο και πήγε να ψάξει κάτω απ΄τον πάγκο του. Παραμέρισε διάφορα ρολά από δέρμα και παλιά εργαλεία και ξέθαψε ένα μικρό κουτί. Επέστρεψε στην πολυθρόνα του, φύσηξε τη σκόνη από το καπάκι του κουτιού και το άνοιξε. Μέσα στο κουτί βρισκόταν το μικρότερο ζευγάρι παπουτσιών που μπορεί να φανταστείτε: τα πιο μικρά και πιο καλά παπουτσάκια που είχε φτιάξει ποτέ. Αυτό θα ήταν το καλύτερο δώρο.

Καθώς παρατηρούσε ευχαριστημένος τα μικροσκοπικά παπουτσάκια, τα μάτια του βάρυναν. Πριν το καταλάβει καλά καλά, ο γερο-Πέτρος κοιμόταν του καλού καιρού, με τα γυαλιά του στην άκρη της μύτης του. Το κερί κάηκε. Και ο γερο-Πέτρος είδε στον ύπνο του ένα υπέροχο όνειρο. Κάποιος βρισκόταν δίπλα του, ένας άντρας με ευγενικό, φιλικό πρόσωπο και ζεστή βαθιά φωνή. Ήταν ο Χριστός.

«Γερο-Πέτρο περίμενέ με αύριο. Θα σε επισκεφτώ και εσύ μπορείς να μου προσφέρεις ότι επιθυμείς. Προσπάθησε να με αναγνωρίσεις.» Ο γερο-Πέτρος κοιμήθηκε γαλήνια, με ένα χαμόγελο στο κουρασμένο του πρόσωπο, ώσπου ξημέρωσε και οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα. Ήταν Χριστούγεννα!

Ο γερο-Πέτρος ξύπνησε απότομα. Είχε πιαστεί επειδή κοιμόταν τόση ώρα στην πολυθρόνα και του πήρε λίγη ώρα μέχρι να σηκωθεί. Άνοιξε την πόρτα και ο ήχος από τις καμπάνες πλημμύρισε το μαγαζί. Η καρδιά του γέμισε με αγαλλίαση όταν θυμήθηκε το όνειρο του. Ο Ιησούς θα ερχόταν να τον επισκεφτεί! Ο γερο-Πέτρος άνοιξε τα παντζούρια και κοίταξε ολόγυρα.Το χιόνι που είχε πέσει κατά τη διάρκεια της νύχτας στραφτάλιζε στο αχνό πρωινό σκίρτημα του ήλιου. Ο δρόμος ήταν τελείως άδειος. Άναρωτιέμαι αν θα έρθει να με επισκεφτεί ο Χριστός σαν μωρό ή σαν ώριμος άντρας.

«Πρέπει να έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα»είπε ο γερο-Πέτρος στον εαυτό του και μπήκε πάλι στο σπίτι για να ψήσει λίγο φρέσκο καφέ στη σόμπα. Αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Τι θα γινόταν αν δεν αναγνώριζε το Χριστό; Βγήκε,λοιπόν, ξανά στο δρόμο, δεν έβλεπε όμως κανέναν. Ο Άλμπερτ, ο οδοκαθαριστής, ήταν εκεί, με τη σκούπα στο χέρι, ως συνήθως. Σίγουρα ήταν παγωμένος μέχρι το κόκαλο. Αυθόρμητα, ο γερο-Πέτρος του φώναξε: «Ει, Άλμπερτ! Έλα μέσα να σου προσφέρω λίγο ζεστό καφέ για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!» Ο Άλμπερτ διέσχισε το δρόμο σέρνοντας τα πόδια του και τρίβοντας τα χέρια του για να ζεσταθούν. Οι παλιές στραπατσαρισμένες μπότες του άφηναν τα ίχνη τους στο χιόνι.

«Σ’ευχαριστώ, Πέτρο» είπε με ένα χαμόγελο. «Σήμερα κάνει πολύ κρύο.» Κάθισε δίπλα στη φωτιά, κρατώντας την κούπα του και κοιτώντας το γερο-Πέτρο με ευγνωμοσύνη. Εκείνος χαμογέλασε στον οδοκαθαριστή, μα δεν έπαψε να κοιτάζει πότε πότε και το δρόμο. Δε θα’ θελε να αφήσει το σημαντικό επισκέπτη να περιμένει. Ο Άλμπερτ κοίταξε με περιέργεια το γερο-Πέτρο. «Περιμένεις κάποιον;» τον ρώτησε.

Τότε ο γερο-Πέτρος διηγήθηκε στον Άλμπερτ το όνειρό του. Ο Άλμπερτ χαμογέλασε. «Μου πρόσφερες ένα αναπάντεχο φίλεμα. Σου εύχομαι, λοιπόν, κι εγώ το όνειρο σου να γίνει πραγματικότητα» είπε και βγήκε έξω για να συνεχίσει το καθάρισμα του δρόμου από το χιόνι. Ο γερο-Πέτρος κάθισε για λίγο κοντά στη φωτιά και αναλογίστηκε τα λόγια του Άλμπερτ. Γρήγορα όμως πετάχτηκε όρθιος και βγήκε έξω για να κοιτάξει στο δρόμο. Δεν έβλεπε όμως κανέναν. Ε, όχι ακριβώς και κανέναν.

Κάποιος πλησίαζε την πόρτα του. Ήταν μια νεαρή γυναίκα που κρατούσε ένα μπόγο στο στήθος της. Όταν ήρθε κοντά του, ο γερο-Πέτρος παρατήρησε ότι ήταν πολύ χλωμή και κουρασμένη. Οι φασκιές έκρυβαν ένα μωράκι που ήταν σκεπασμένο με μια λεπτή κουβερτούλα. Χωρίς δισταγμό, ο γερο-Πέτρος είπε: «Γλυκιά μου σίγουρα έχεις παγώσει. Σε παρακαλώ, έλα μέσα να μου κάνεις παρέα». Την οδήγησε μέσα στο σπίτι και τράβηξε την άνετη πολυθρόνα του ακόμη πιο κοντά στη φωτιά.Ζέστανε λίγο γάλα, ενώ η νεαρή κοπέλα ξαπόσταινε, και τάισε το μικρούτσικο μωρό μονάχος του. Τα μικρά του ποδαράκια ήταν παγωμένα.

«Χρειάζεται παπούτσια!» είπε στεναχωρημένος. «Δεν έχω χρήματα για παπούτσια. Ο άντρας μου έχει πεθάνει κι εγώ ψάχνω για δουλειά. Τα λεφτά φτάνουν μόνο για να φάμε και να επιβιώσουμε» είπε κουρασμένα η νεαρή γυναίκα. Ο γερο-Πέτρος σκέφτηκε τα παπουτσάκια που ήθελε να κάνει δώρο στο μικρό Χριστό. Τι έπρεπε να κάνει; Αν έδινε τα παπουτσάκια στο μωρό, τι θα πρόσφερε στον Ιησού; Τα μικρά όμως ποδαράκια του μωρού ήταν παγωμένα. «Για δοκίμασε αυτά να δεις αν της κάνουν» είπε δίνοντας τα μικρά παπουτσάκια στη γυναίκα. Με τρεμάμενα δάχτυλα, η μητέρα έβαλε τα  ποδαράκια της κόρης της.Της ταίριαζαν ακριβώς.

Τότε ο γερο-Πέτρος είπε χαμογελώντας πλατιά: «Πάρτα καλή μου. Μπορεί να ήταν φτιαγμένα γι’ αυτήν». Μετά έβαλε την κατσαρόλα στη φωτιά για να τους προσφέρει μια γαβάθα σούπα και λίγο ψωμί.

Φεύγοντας ύστερα από ώρα, η νεαρή κοπέλα ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του γερο-Πέτρου και του είπε: «Δεν μπορείς να φανταστείς τι σημαίνει η καλοσύνη σου για σένα και το μωρό μου. Ελπίζω όλες οι χρισοτυγεννιάτικες ευχές σου να πραγματοποιηθούν!» Και λίγο πριν χαθεί απ΄τα μάτια του του έγνεψε με ευγνωμοσύνη.

Ο γερο-Πέτρος συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρό του. Ο δρόμος τώρα ήταν γεμάτος κόσμος. Είδε μερικούς από τους πελάτες του και πολλούς φίλους του, καθώς και μια παρέα ζητιάνων, ο ένας όμως και μοναδικός επισκέπτης που περίμενε δεν έδωσε σημεία ζωής. Ξανακοίταξε τους ζητιάνους και σκέφτηκε πως ήταν Χρισοτύγεννα. Πήγε, λοιπόν, προς την πόρτα και προσκάλεσε αυτές τις δυστυχισμένες ψυχές στο σπίτι για ένα πιάτο σούπα και ένα κομμάτι ψωμί. όλη αυτή την ώρα, βέβαια, κοιτούσε και στο δρόμο, μην τυχόν  έρθει ο Χριστός.

Η ώρα πέρασε και έφτασε το σούρουπο. Οι ζητιάνοι είχαν φύγει,η σούπα είχε φαγωθεί και μόνο κάτι ξεροκόμματα είχαν μείνει από το ψωμί. Ο γερο-Πέτρος ήταν κουρασμένος και η καρδιά του ήταν βαριά. Αγνάντεψε για τελευταία φορά τον άδειο δρόμο και μετά σφάλισε τα παντζούρια και σωριάστηκε στη βαθιά του πολυθρόνα. Κοίταξε σταναχωρημένος τη φωτιά. Ο Ιησούς δεν είχε έρθει. Ένα όνειρο ήταν όλο κι όλο. Τα μάτια του θάμπωσαν από τα δάκρυα. Τότε ένα απαλό παράξενο φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Μια φωνή είπε: «Στ’ άλήθεια δε με είδες, γερο-Πέτρο;». Ήταν ζεστή, βαθιά φωνή του ονείρου του. Ήταν η φωνή του Χριστού!» Εγώ πεινούσα και εσυ μου πρόσφερες φαγητό. Εγώ διψούσα και εσύ μου έδωσες να πιω. Εγώ ήμουν μόνος και παγωμένος και εσύ με μάζεψες στο σπίτι σου. Εγώ ήμουν ξυπόλυτος και εσύ μου φόρεσες παπούτσια. Αλήθεια, δε με είδες, γερο-Πέτρο;» ξαναρώτησε.

Ο γερο-Πέτρος ήξερε πως τούτη τη φορά δεν έβλεπε όνειρο. Ο Ιησούς βρισκόταν μαζί του στο δωμάτιο. Κατάπληκτος είδε να περνούν από μπροστά του όλοι όσοι τον επισκέφτηκαν σήμερα. Πρώτα ήρθε ο Άλμπερτ, ο οδοκαθαριστής, μετά η κοπέλα με το βρέφος της και έπειτα η παρέα των ζητιάνων. «Βρισκόμουν εδώ σήμερα, μέσα στον καθένα απ’αυτούς που καλωσόρισες στο σπιτικό σου» είπε ο Χριστός.»Βοηθώντας αυτούς, βοηθούσες στην ουσία εμένα». Ύστερα το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή. Ο γερο-Πέτρος νόμιζε πως η καρδιά του θα έσκαγε από χαρά.

«Ήρθε τελικά!» ψιθύρισε…………



Αφήστε ένα σχόλιο

(απαιτούμενο)

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ LINKS

Familyhome on Facebook

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΡΘΡΩΝ

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιουν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

ΑΡΧΕΙΟ